Άποψη της Μάρπησσας από τους Κάτω Μύλους. Καρτ ποστάλ της δεκαετίας του 1960. Τα "μυλοτόπια" ήταν συνήθως σημεία σε ύψωμα στην ακρη του χωριού, με βασική προϋπόθεση την ύπαρξη κατάλληλου ανέμου, σε ένταση και συχνότητα.

Ο ανεμόμυλος στην Πάρο

Ο ανεμόμυλος στο Αιγαίο

Ο ανεμόμυλος αποτελεί «το πιο σύνθετο δημιούργημα μηχανισμού ευρείας χρήσεως της προβιομηχανικής τεχνολογίας», σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα και π. Πρόεδρο του Ινστιτούτου των Ελληνικών Μύλων, Στέφανο Νομικό. Ιδιαίτερα στα νησιά, η χρήση των ανεμόμυλων υπήρξε αρκετά εκτεταμένη για το άλεσμα των δημητριακών, κυρίως κριθαριού και σιταριού, που αποτελούσαν τη βάση της διατροφής των νησιωτών για πολλά χρόνια. Χρησιμοποιήθηκαν όμως και για άλλες χρήσεις όπως η άλεση φάβας στη Σαντορίνη, βελανιδιών στη Μύκονο, θειαφιού στη Μήλο, καρυδιών στους Φούρνους και δεψικών υλών για τα βυρσοδεψεία στη Σύρο και τη Χίο.

Στο Αιγαίο, οι συνθήκες διευκόλυναν την κατασκευή και λειτουργία των μύλων: ο άνεμος ήταν ευνοϊκός με συχνότητα πάνω από 310 μέρες το χρόνο, ο καιρός δεν έφθειρε σημαντικά τα πανιά και τα εξωτερικά ξύλινα τμήματα του ανεμόμυλου. Επίσης, οι μυλωνάδες μπορούσαν να προμηθευτούν μυλόπετρες εξαιρετικής ποιότητας από τη Μήλο.

Στην Πάρο, σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα του Γιώργου Μπέη, λειτουργούσαν 55 ανεμόμυλοι που άλεθαν σιτηρά, ενώ εκτιμάται ότι στις Κυκλάδες καταγράφεται η μεγαλύτερη πυκνότητα αλεστικών ανεμόμυλων τόσο ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο επιφανείας όσο και ανά αριθμό κατοίκων, από οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη.
Στην Πάρο και στο Αιγαίο συναντάμε τον μεσογειακό πυργόμυλο, με αποδεδειγμένη ιστορία τουλάχιστον από τον 13ο αιώνα. Είναι πέτρινος με κωνική στέγη από ξύλινο σκελετό, καλάμια και κάλυψη από χόρτο που ο μυλωνάς κάθε χρόνο φρόντιζε να επιδιορθώνει. Η αρχιτεκτονική τους στα νησιά των Κυκλάδων προσαρμόστηκε στις τοπικές τεχνικές, τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και ως προς τα υλικά.

Η κατασκευή του ανεμόμυλου

Ο ανεμόμυλος και ο μηχανισμός ήταν πολύπλοκο και πολυδάπανο έργο, ειδικά για τα δεδομένα της εποχής. Την κατασκευή τους αναλάμβαναν ειδικοί μυλομαραγκοί με εμπειρική γνώση που ήξεραν τα μυστικά κατασκευής αλλά και του σημαδέματος των εξαρτημάτων και της κοπής των ξύλων, τα οποία αποκάλυπταν μόνο στους γιους τους για να μην έχουν ανταγωνισμό. Για να ολοκληρωθεί το κτίσμα χρειάζονταν περισσότερα από 800 ημερομίσθια. Η μεγαλύτερη δυσκολία συνίστατο στο ότι η ανέγερση του πύργου και η τοποθέτηση του μηχανισμού έπρεπε να προχωρούν παράλληλα, γιατί πύργος και μηχανισμός ήταν συνδεδεμένοι μεταξύ τους.
Στον τελευταίο όροφο βρισκόταν ο «άξονας» και το σύστημα μετάδοσης της κίνησης στη μυλόπετρα, ενώ στον κάτω όροφο γινόταν η άλεση και αποθήκευση των σιτηρών.
Το κυκλικό σχήμα της κάτοψης απορρέει από την ανάγκη περιστροφής του άξονα σύμφωνα με τη φορά του ανέμου. Με αυτό το δεδομένο, η στέγη είναι αναγκαστικά κυκλική καθορίζοντας το ίδιο αυτό σχήμα για ολόκληρο το κτήριο. Για να αντέχει η κατασκευή στις μεγάλες ανεμοπιέσεις που δέχεται κατά τη λειτουργία της, το πάχος της τοιχοποιίας είναι μεγαλύτερο στη βάση του (0,90-1,00 μέτρο) και μειώνεται σε ύψος (0,60-0,70).
Τα πτερύγια των μύλων, οι λεγόμενες «φτερωτές» είχαν 10 ή 12 ακτίνες, «αντένες», με μήκος 5-6 μέτρα, η κάθε αντένα, και δεμένα πανιά. Το σύνολο ονομαζόταν «αρματωσιά». Ανάλογα με την κατεύθυνση του ανέμου, ο μυλωνάς διόρθωνε τη θέση της αρματωσιάς και της σκεπής ώστε να συναντήσει κόντρα τον καιρό. Ανάλογα με την ένταση του ανέμου, άνοιγε και έκλεινε τα πανιά.

Μυλόπετρα από τη Μήλο

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος κατασκευής της περιστρεφόμενης μυλόπετρας από τραχείτη, ένα σκληρό ηφαιστειακό πέτρωμα της Μήλου. Η μυλόπετρα μεταφερόταν σε κομμάτια με το καΐκι. Στο μύλο γινόταν η συναρμολόγηση των κομματιών, τα κολλούσαν με γύψο και τα στερέωναν με δύο μεγάλα σιδερένια στεφάνια. Κάθε μυλόπετρα έχει διάμετρο περίπου 1 μέτρο και πάχος 20 εκατοστά. Ο μυλωνάς έπρεπε να ρυθμίζει την απόσταση ανάμεσα στις δύο μυλόπετρες, για να μην τρίβεται η μία πάνω στην άλλη και να μη γίνονται χαλίκι μέσα στο αλεύρι. Οι μυλόπετρες ήθελαν διαφορετική ρύθμιση, ανάλογα με το είδος του καρπού, άλλη για το σιτάρι, άλλη για το κριθάρι.

Τα μυλοτόπια

Η επιλογή της θέσης των ανεμόμυλων γινόταν από τους μυλομαραγκούς, με βασική προϋπόθεση την ύπαρξη κατάλληλου ανέμου, τόσο σε συχνότητα όσο και σε ένταση. Συνήθως ήταν σε ύψωμα ή οροπέδιο, μέσα στο χωριό, στην άκρη του ή σε γύρω λόφους. Οι τοποθεσίες αυτές ονομάζονταν «μυλοτόπια». Ο χώρος γύρω από κάθε μύλο έπρεπε να μένει ελεύθερος για να μην εμποδίζεται η φυσική ροή των ανέμων και να μένει ελεύθερο το αλεστικό μέτωπο. Οι μύλοι επηρέασαν και τη ρυμοτομία των περιοχών (δρόμοι, σοκάκια), καθώς έπρεπε να υπάρχει ικανή δίοδος προς αυτούς έτσι ώστε να φτάνουν εύκολα τα φορτωμένα ζώα.

Λεβέντη μυλωνά!

Η δουλειά του μυλωνά ήταν μοναχική και επίπονη. Η εργασία του καθοριζόταν από τις καιρικές συνθήκες και τις ανάγκες των κατοίκων. Φρόντιζε να είναι οι μυλόπετρες καθαρές και, μόλις ο μύλος ήταν έτοιμος, ξεδίπλωνε το ένα πανί για να πάνε οι χωρικοί το άλεσμά τους. Η αμοιβή του ήταν συνήθως το 10% από το παραγόμενο αλεύρι. Ένας ανεμόμυλος ανάλογα με την ένταση και τη φορά του ανέμου μπορούσε να αλέσει 20-70 κιλά σιτηρά την ώρα. Ο μυλωνάς έπρεπε να είναι δίκαιος, για να μένουν οι συγχωριανοί του ικανοποιημένοι και δυνατός για να μπορεί να μετακινεί τη στέγη και όλη την αρματωσιά κόντρα στον άνεμο, ώστε να δαμάζεται ο αέρας. Ήταν κυρίαρχος του ανεμόμυλου, και πολλοί παρομοιάζουν τον ρόλο του με αυτόν του καπετάνιου. Έπρεπε να προβλέπει την εξέλιξη του καιρού, και να είναι πάντα σε ετοιμότητα για να μη γίνει κάποια ζημιά στον μηχανισμό του ανεμόμυλου.

Ο μύλοι της Μάρπησσας

Στη Μάρπησσα Πάρου υπήρχαν πέντε ανεμόμυλοι: α) Κληρονόμων Καλουδά, β) Εμμανουήλ Αγούρου, γ) Σταύρου και Κων/νου Μελανίτη, δ) Ειρήνης Περαντινού, ε) Αγγ. Γκιόκα. Σύμφωνα με το ΦΕΚ 527/Β/29-6-1989 έχουν χαρακτηριστεί ως «ιστορικά διατηρητέα μνημεία διότι αποτελούν σημαντικά δείγματα της “προβιομηχανικής εποχής”, η δε διάσωσή τους συντελεί στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του τόπου».
Κοντά στον επαρχιακό δρόμο από Πρόδρομο προς Μάρπησσα και στην τοποθεσία «Πίσω Πηγάδι» ήταν ο ανεμόμυλος Νικολάου Ρούσσου Πενταρακιού ή Πενταράκια. Χαρακτηριστική είναι η εξής η φράση: «Δε πας να δης αν αλέθ’ τ’ Πενταράκια ο μύλος;» που, όπως αναφέρει ο Ν. Αλιπράντης στα Παριανά, τη χρησιμοποιούσαν για ανθρώπους που έλεγαν ανόητες κουβέντες. (1980, σ.10)

Ο ανεμόμυλος του Άγουρου

Είναι ο μεσαίος από τους τρεις στη σειρά ανεμόμυλους που δεσπόζουν στη θέση «Μύλοι» στη Μάρπησσα. Είναι λιθόχτιστος με κυκλική κάτοψη, με εμβαδόν 20 τ.μ. περίπου και ύψος 8 μέτρα και στέφεται με ξύλινη κωνική στέγη. Ανήκε στην οικογένεια Άγουρου από τις αρχές του 19ου αιώνα και σταμάτησε να λειτουργεί στα μέσα του 20ου. Τέσσερις γενιές μυλωνάδων πέρασαν από αυτόν τον ανεμόμυλο, από τον Δεμένεγο Άγουρο έως τον Γιώργο και το γιό του, Μανώλη Άγουρο. Οι μεγαλύτεροι θυμούνταν τον μπαρμπα-Γιωργάκη που τις ώρες της άπνοιας, καθόταν στο ισόγειο κι έπλεκε καλαθάκια από καλάμια και λυγαριές.
Η αποκατάσταση του μύλου έχει γίνει από τους απογόνους της οικογένειας με σεβασμό στην παράδοση, την ιστορία και τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν έναν κυκλαδίτικο ανεμόμυλο. Στο εσωτερικό έχουν διατηρηθεί όλα τα εξαρτήματα και τα εργαλεία που χρησίμευαν για τη λειτουργία του.
Ο ανεμόμυλος του Άγουρου είναι επισκέψιμος χώρος κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ «Διαδρομές στη Μάρπησσα».

«Αν ο µύλος ήταν καράβι, θα είχε κάνει πολλές φορές το γύρο του κόσµου!»

Ο μυλωνάς ήταν ο καπετάνιος της στεριάς, αφού πάλευε µε τον άνεμο και χρησιμοποιούσε ναυτικούς όρους συχνά. Όταν τα πανιά του μύλου ήταν ανοιχτά, ο μύλος ήταν «αβέρτα» δηλαδή δούλευε µε όλα τα ρεμέτζα του. Με τον όρο ρεμέτζα, που προέρχεται από τη ναυτική ζωή, εννοούνται τα ελεύθερα σχοινιά µε τα οποία έδεναν τα πλεούμενα στο λιμάνι. Στον ανεμόμυλο ρεµέτζα ήταν τα σκοινιά µε τα οποία έδεναν τα πανιά στα συρματόσχοινα των αντενών. Τα πανιά του μύλου σε κλειστή κατάσταση αποκαλούνταν μουδαρισµένα.

Χωρίς γερά ρεµέτζα, ο μυλωνάς δεν μπορούσε να κουμαντάρει εύκολα τα πανιά, γιατί θα γινόταν η αρματωσιά του κομμάτια. Έτσι, όλα εξαρτιόνταν από την ποιότητα των ρεµέτζων. Για να τιθασεύσει τη δύναμη του μύλου, ο μυλωνάς έπρεπε να έχει το νου του συνεχώς να ανοίγει και να κλείνει τα πανιά ανάλογα µε τις περιστάσεις και τη δύναμη του ανέμου.

Για τους νησιώτες, η δουλειά του μυλωνά είναι πιο θαυμαστή και από του καπετάνιου γιατί ο μυλωνάς ανεμίζει κόντρα στον αέρα τα πανιά της φτερωτής, ενώ ο καπετάνιος οδηγεί το πλοίο πάντα πρίμα στον καιρό.

Πηγές

Αλιπράντης, Ν. (1980), «Ανεμόμυλοι και νερόμυλοι της Πάρου», Τα Παριανά, έτος Α΄, τεύχος 2, σ. 10, Αθήναι.

Κοροξενίδου, Αλ. (1994), «Τα πέτρινα φαντάσματα του Αιγαίου», Το Βήμα, 31 Ιουλίου.

Μαρινάκης, Ν. (2012), Από τους ανεμόμυλους της Πάρου στα μουσεία τεχνολογίας. Διαθέσιμο στο app.box.com [15/12/2020].

Νομικός, Σ. (2005), «Η λειτουργία των υδροκίνητων και ανεμοκίνητων εγκαταστάσεων στον Ελληνικό χώρο», Αρχαιολογία και Τέχνες, τεύχος 97, Δεκέμβριος, σ. 39-47.

Σπέης, Γ. (2020) «Ανεμόμυλοι στον Ελλαδικό χώρο», Ο μυλολόγος, τεύχος 5, Φθινόπωρο, σ. 13-23.

Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων, Γύρνα φτερωτή του μύλου.

Ινστιτούτο των Ελληνικών Μύλων και Ελληνική Ομάδα TIMS. Διαθέσιμο στο: hellenicmills.gr [15/12/2020].

Greekscapes. Διαθέσιμο στο: greekscapes.gr [15/12/2020].

The International Molinological Society. Διαθέσιμο στο: molinology.org [15/12/2020].

Ευχαριστούμε θερμά την οικογένεια Άγουρου για τις πληροφορίες και την πολύτιμη βοήθειά της.

Φωτογραφίες

Video

Σχετικά άρθρα